Οικολόγοι Πράσινοι , το δίλημμα της ταυτότητας
Το οικολογικά κόμματα βιώνουν μία κρίση πολιτικής ταυτότητας ως προς την θέση τους απέναντι στα σύγχρονα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα που φέρνει η παγκοσμιοποίηση και η κρίση της σύγχρονης Εργασίας. Βιώνουν ξανά το δίλημμα, πόσο αριστερά είναι ή πρέπει να είναι. Αν και το δίλημμα αυτό το βλέπουν περισσότερο τα μέλη τους και λιγότερο το μεγάλο μέρος των νέων ψηφοφόρων τους, η απάντηση που δίνει το σύνθημα του Ευρωπαϊκού Πράσινου Κόμματος ότι είμαστε μπροστά αλλά ούτε αριστερά ούτε δεξιά, φαίνεται ότι δεν αντιμετωπίζει άμεσα την αμηχανία των περισσότερων πολιτικών στελεχών της οικολογίας. Η αμηχανία αυτή έχει κατ αρχάς μία ιστορική εξήγηση. Είναι αλήθεια ότι τα πράσινα κόμματα γεννήθηκαν εν μέρει από μετασχηματισμούς, δανεισμούς και μετακινήσεις στελεχών από τα κινήματα και τις πρωτοβουλίες της αριστεράς και αυτές οι ιστορικές ρίζες δεν ξεχνιούνται εύκολα. Αποκρύβουν μάλιστα συχνά την αλήθεια ότι σε πολλές περιπτώσεις το οικολογικό κίνημα μεγάλωσε κυρίως μέσα από την πολιτικοποίηση νέων ατόμων που μπήκαν στον πολιτικό αγώνα με κύριο και αποκλειστικό κριτήριο και ενδιαφέρον για την Οικολογία. Δηλαδή με αναφορές σε αυτή την κολυμπήθρα των πολύ σημαντικών συγκεκριμένων οικολογικών αγώνων αλλά και των ρομαντικών και μη ιδεών για την φύση, τη κοινωνία και για νέους τρόπους ζωης. Από τη δεκαετία του 80 μέχρι σήμερα έχουν περάσει πολλές και διαφορετικές περίοδοι όπου το οικολογικό κίνημα παλινδρόμησε ανάμεσα στα παλαιά προβλήματα της οικολογικής πολιτικής και τα νέα προβλήματα που έθεσε με επιτακτικό τρόπο η περιβαλλοντική και κλιματική αλλαγή, φτάνοντας έτσι μέχρι τη σημερινή περίοδο στην οποία η οικολογία έγινε κοινός τόπος συνάντησης της πολιτικής επικοινωνίας όλων των κομμάτων αλλά και της επιχειρηματικής εικόνας των πολυεθνικών επιχειρήσεων. Το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων θέλει να δείχνει οικολογικές ευαισθησίες κάτι που κάνει συχνά αδύνατο να ξεχωρίσεις το πραγματικό πολιτικό ενδιαφέρον από το πολιτικό – οικολογικό θέαμα. Με τον ίδιο τρόπο την οικολογία και τα οικολογικά κινήματα επικαλούνται βέβαια και τα αριστερά κόμματα που ταυτόχρονα μαζί με τα κατεστημένα συντεχνιακά και επαγγελματικά συμφέροντα στους κλάδους των μεταφορών, της ενέργειας, της εκπαίδευσης και όχι μόνο δημιουργούν υπόγειες και πρόσκαιρες αντι - οικολογικές συμμαχίες με πολλές μεγάλες επιχειρήσεις και κυβερνήσεις. Δεν έχει καμία σημασία αν στην πολιτική τους επικοινωνία δείχνουν ακραιφνείς οικολόγοι, στην πραγματικότητα είναι δεσμευμένοι χειροπόδαρα από την ‘παραδοσιακή’ πολιτική τους πελατεία. Σε αυτό το σημείο το μεγάλο πρόβλημα μιας πραγματικής οικολογικής πολιτικής φαίνεται να είναι περισσότερο η ανάδυση και ισχυροποίηση των οικολογικών κομμάτων με πραγματικές προτάσεις χειραφέτησης από τα παλιά διλήμματα και οι οποίες δεν θα υποτάσσονται στο φαντασμαγορικό θέαμα και τις επικοινωνιακές τεχνικές αλλά θα δείχνουν τον δρόμο για δράση και συγκεκριμένο οικολογικό αγώνα μέσα στην καθημερινότητα του πολίτη. Σε αυτόν προσβλέπουν και οι νέοι που στρέφονται προς την οικολογία και οι οποίοι απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο από τη δεξιά και τη παραδοσιακή αριστερή πολιτική.
Σωτήρης Χτούρης, Καθηγητής Κοινωνιολογίας
Μέλος των Οικολόγων Πράσινων
Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2008
Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2008
Η οικολογική πολιτική πρέπει να χειραφετηθεί
Η οικολογική πολιτική πρέπει να χειραφετηθεί από τους ‘αφορισμούς της Αριστεράς
Η οικολογική πολιτική πρέπει να χειραφετηθεί από τους ‘αφορισμούς’ της Αριστεράς για τις διεθνείς συνωμοσίες και την ‘κακιά’ Αμερική’. Αυτοί βοηθούν συχνά μόνο τα αριστερά κόμματα να κρύψουν τη γύμνια τους όσο αφορά συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις. Μια οικολογική πολιτική πρέπει να βρει πραγματικούς οικονομικούς πόρους για το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής, όποιες και αν είναι οι διεθνείς συνθήκες, μια και κάτω από αυτές τις συνθήκες επιβιώνουν και οι χώρες που έχουν σημαντικές οικολογικές επιδόσεις.
Είναι αλήθεια ότι πολλά εσωτερικά θέματα στην Ελλάδα ‘επιλύονται’ ρητορικά όταν τα ανεβάζουμε στη σκηνή της διεθνους πολιτικής και οικονομίας. Έτσι τα προβλήματα της οικονομίας γίνονται πολύ εύκολα διεθνή προβλήματα χωρίς να παίρνει κανείς υπόψη τους τις εσωτερικές οικονομικές σχέσεις και τις δομές της αγοράς και την αγορά εργασίας. Σε αυτό έχει παίξει σημαντικό ρόλο και η ’φιλολογία’ για την παγκοσμιοποίηση που εύκολα δικαιολογεί ορισμένες αρνητικές οικονομικές πρακτικές των επιχειρήσεων και του κράτους. Ενώ, για παράδειγμα, στην εσωτερική αγορά έχουμε σημαντικές στρεβλώσεις μέσω της παρουσίας κρατικών και άλλων μονοπωλίων και ολιγοπωλίων το πρόβλημα των τιμών και τις ακρίβειας μετατίθεται εύκολα στη πρακτική των πολυεθνικών και άλλων εξωτερικών παραγόντων. Σε αυτό συμβάλει ιδιαίτερα ο κοινός αρνητικός συμβολικός τόπος που συγκροτούν στο δημόσιο λόγο στην Ελλάδα οι ΗΠΑ και ονομαζόμενος διεθνής παράγοντας. Αυτός χρησιμοποιείται σχεδόν από όλους του πολιτικούς χώρους και κυρίως από την αριστερά, ως μια δικαιολογία και ως μία εξήγηση για την κάθε αρνητική κατάσταση. Σε καμία περίπτωση δεν θα σου φέρει κανείς αντίρρηση αν για οποιοδήποτε θέμα στρέψεις και δικαιολογήσεις το πρόβλημα με τις ‘κακές ΗΠΑ’ και τη διεθνη κατάσταση και έτσι είναι εύκολο να μετατοπίσεις το πρόβλημα γενικεύοντας και αφορίζοντας το κακό με ορισμένες σταθερές εκφράσεις και καταγγελίες, χωρίς να είσαι υποχρεωμένος ταυτόχρονα να υποδείξεις καμία λύση. Είναι αλήθεια, ότι αυτή η πρακτική, όσο και αν αναφέρεται σε πραγματικές ή φανταστικές καταστάσεις δεν βοηθάει να επικεντρωθεί η πολιτική συζήτηση στο συγκεκριμένο θέμα και τις πραγματικές διαστάσεις του. Σε αντίθεση με αυτούς τους αφορισμούς, ή άδικη φορολογία, η αρτηριοσκληρωμένη εκπαίδευση, το τεράστιο δημόσιος χρέος που οφείλεται μεταξύ άλλων κυρίως στους εξοπλισμούς και την διογκωμένη απασχόληση στον δημόσιο τομέα είναι κυρίως εσωτερικά θέματα, που με κάποιο τρόπο μπορεί να θεραπευθούν ή να βελτιωθούν με μία εθνική πολιτική. Αυτοί είναι και οι κύριοι παράγοντες που εμποδίζουν να βρεθούν πόροι για μία ουσιαστική παρέμβαση στο περιβάλλον και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών. Σε αυτό τον άξονα η πολιτική για την οικολογία θα πρέπει να δείξει ξεκάθαρα τον δρόμο για τους τρόπους που συγκεκριμένες και άμεσες παρεμβάσεις στις αγορές και την οικονομία θα δώσουν άμεσες λύσεις σε οικολογικά και κοινωνικά προβλήματα και θα εξοικονομήσουν τους πόρους για μία πράσινη και οικολογική πολιτική.
Σωτήρης Χτούρης, Καθηγητής ΚοινωνιολογίαςΜέλος των Οικολόγων Πράσινων
Η οικολογική πολιτική πρέπει να χειραφετηθεί από τους ‘αφορισμούς’ της Αριστεράς για τις διεθνείς συνωμοσίες και την ‘κακιά’ Αμερική’. Αυτοί βοηθούν συχνά μόνο τα αριστερά κόμματα να κρύψουν τη γύμνια τους όσο αφορά συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις. Μια οικολογική πολιτική πρέπει να βρει πραγματικούς οικονομικούς πόρους για το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής, όποιες και αν είναι οι διεθνείς συνθήκες, μια και κάτω από αυτές τις συνθήκες επιβιώνουν και οι χώρες που έχουν σημαντικές οικολογικές επιδόσεις.
Είναι αλήθεια ότι πολλά εσωτερικά θέματα στην Ελλάδα ‘επιλύονται’ ρητορικά όταν τα ανεβάζουμε στη σκηνή της διεθνους πολιτικής και οικονομίας. Έτσι τα προβλήματα της οικονομίας γίνονται πολύ εύκολα διεθνή προβλήματα χωρίς να παίρνει κανείς υπόψη τους τις εσωτερικές οικονομικές σχέσεις και τις δομές της αγοράς και την αγορά εργασίας. Σε αυτό έχει παίξει σημαντικό ρόλο και η ’φιλολογία’ για την παγκοσμιοποίηση που εύκολα δικαιολογεί ορισμένες αρνητικές οικονομικές πρακτικές των επιχειρήσεων και του κράτους. Ενώ, για παράδειγμα, στην εσωτερική αγορά έχουμε σημαντικές στρεβλώσεις μέσω της παρουσίας κρατικών και άλλων μονοπωλίων και ολιγοπωλίων το πρόβλημα των τιμών και τις ακρίβειας μετατίθεται εύκολα στη πρακτική των πολυεθνικών και άλλων εξωτερικών παραγόντων. Σε αυτό συμβάλει ιδιαίτερα ο κοινός αρνητικός συμβολικός τόπος που συγκροτούν στο δημόσιο λόγο στην Ελλάδα οι ΗΠΑ και ονομαζόμενος διεθνής παράγοντας. Αυτός χρησιμοποιείται σχεδόν από όλους του πολιτικούς χώρους και κυρίως από την αριστερά, ως μια δικαιολογία και ως μία εξήγηση για την κάθε αρνητική κατάσταση. Σε καμία περίπτωση δεν θα σου φέρει κανείς αντίρρηση αν για οποιοδήποτε θέμα στρέψεις και δικαιολογήσεις το πρόβλημα με τις ‘κακές ΗΠΑ’ και τη διεθνη κατάσταση και έτσι είναι εύκολο να μετατοπίσεις το πρόβλημα γενικεύοντας και αφορίζοντας το κακό με ορισμένες σταθερές εκφράσεις και καταγγελίες, χωρίς να είσαι υποχρεωμένος ταυτόχρονα να υποδείξεις καμία λύση. Είναι αλήθεια, ότι αυτή η πρακτική, όσο και αν αναφέρεται σε πραγματικές ή φανταστικές καταστάσεις δεν βοηθάει να επικεντρωθεί η πολιτική συζήτηση στο συγκεκριμένο θέμα και τις πραγματικές διαστάσεις του. Σε αντίθεση με αυτούς τους αφορισμούς, ή άδικη φορολογία, η αρτηριοσκληρωμένη εκπαίδευση, το τεράστιο δημόσιος χρέος που οφείλεται μεταξύ άλλων κυρίως στους εξοπλισμούς και την διογκωμένη απασχόληση στον δημόσιο τομέα είναι κυρίως εσωτερικά θέματα, που με κάποιο τρόπο μπορεί να θεραπευθούν ή να βελτιωθούν με μία εθνική πολιτική. Αυτοί είναι και οι κύριοι παράγοντες που εμποδίζουν να βρεθούν πόροι για μία ουσιαστική παρέμβαση στο περιβάλλον και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών. Σε αυτό τον άξονα η πολιτική για την οικολογία θα πρέπει να δείξει ξεκάθαρα τον δρόμο για τους τρόπους που συγκεκριμένες και άμεσες παρεμβάσεις στις αγορές και την οικονομία θα δώσουν άμεσες λύσεις σε οικολογικά και κοινωνικά προβλήματα και θα εξοικονομήσουν τους πόρους για μία πράσινη και οικολογική πολιτική.
Σωτήρης Χτούρης, Καθηγητής ΚοινωνιολογίαςΜέλος των Οικολόγων Πράσινων
Ο μύθος της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής προστασίας
Ο μύθος της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής προστασίας
Είναι η Ευρώπη αυτή που θα δώσει μια λύση για πολλά περιβαλλοντικά και κοινωνικά θέματα; Θα πρέπει να πούμε με ειλικρίνεια όχι. Η Ευρώπη ‘επικαλείται’ ότι μπορεί να κάνει περισσότερα από όσα πραγματικά μπορεί. Ο τρόπος με τον οποίο αυτοπαρουσιάζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, με προτάσεις πολιτικών, οδηγίες, προγράμματα κ.α. δημιουργεί την εντύπωση ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα Υπερκράτος που κάθε στιγμή μπορεί νε επιβάλει ή να καθοδηγήσει τα Κράτη Μέλη. Σε αυτό συμβάλλουν ισοδύναμα φιλοευρωπαϊστές και ευρωσκεπτικιστές πολιτικοί. Όλοι μαζί υπογραμμίζουν αυτή την υπερβολική – θετική ή αρνητική – εικόνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακόμα και όταν αναφέρονται στην σημαντικότερη αδυναμία της, την εξωτερική πολιτική. Της δίνουν μια θέση και μία δύναμη που δεν έχει πραγματικά, δηλαδή φαίνεται ότι ενώ θα μπορούσε να παρεμβαίνει, δεν επιβάλλει τελικά τις απόψεις και τη θέληση της. Στην πραγματικότητα η Ε.Ε. δεν έχει ούτε ενιαίες απόψεις αλλά ούτε και μια κοινή θέληση, της λείπει λοιπόν η ουσία το κέντρο γύρω από το οποίο θα λειτουργούσε ι μία μορφή πολιτικής οντότητας.
Αυτή η εντύπωση ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια νέα υπερδύναμη, υπογραμμίζεται ακόμα περισσότερο στον τομέα του περιβάλλοντος και στα κοινωνικά θέματα. Όλοι πιστεύουμε, ότι η ΕΕ θα παίξει καθοριστικό ρόλο σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο στο πεδίο της περιβαλλοντικής και της κοινωνικής πολιτικής. Αυτό είναι ο μεγαλύτερος μύθος. Οδηγίες, εξαγγελίες παρεμβάσεις και πολλά και διαφορετικά προγράμματα θολώνουν το τοπίο και κρύβουν την πραγματική αλήθεια ότι ο προϋπολογισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το περιβάλλον και τα κοινωνικά θέματα και δεν είναι παρά ένα ελάχιστο ποσοστό του προϋπολογισμού που αφιερώνεται στην Κοινή Αγροτική Πολιτική και του συνόλου του Κοινοτικού Προϋπολογισμού. Ειδικότερα στα θέματα της Κοινωνικής Πολιτικής και στην υποστήριξη των πιο αδύναμων ομάδων και ατόμων, η Ε.Ε. δεν έχει καμία αρμοδιότητα και καμία οργανωμένη πολιτική. Η κοινωνική πολιτική δεν είναι παρά ένα υποπροϊόν των προγραμμάτων που εφαρμόζει για την εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού και την αγορά εργασίας. Ο μύθος της παρουσίας της Ε.Ε. σε αυτούς και άλλους τομείς, κατασκευάζεται κυρίως από την μεγάλη αδυναμία και καθυστέρηση πολλών χωρών μελών στα θέματα της κοινωνικής αλληλεγγύης και περιβαλλοντικής προστασίας. Χωρίς τις παρεμβάσεις και οδηγίες της Ε..Ε, χώρες όπως η Ελλάδα θα βρισκόταν ακόμα πολλά χρόνια πίσω. Παρόλα αυτή η συμβολή αυτή δεν πρέπει να οδηγεί να μην βλέπουμε την πραγματική αδύναμη εικόνα της Ε.Ε., ειδικότερα τώρα που έρχεται η περίοδος την εκλογών της Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Χτούρης Σωτήρης, Καθηγητής Κοινωνιολογίας
Είναι η Ευρώπη αυτή που θα δώσει μια λύση για πολλά περιβαλλοντικά και κοινωνικά θέματα; Θα πρέπει να πούμε με ειλικρίνεια όχι. Η Ευρώπη ‘επικαλείται’ ότι μπορεί να κάνει περισσότερα από όσα πραγματικά μπορεί. Ο τρόπος με τον οποίο αυτοπαρουσιάζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, με προτάσεις πολιτικών, οδηγίες, προγράμματα κ.α. δημιουργεί την εντύπωση ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα Υπερκράτος που κάθε στιγμή μπορεί νε επιβάλει ή να καθοδηγήσει τα Κράτη Μέλη. Σε αυτό συμβάλλουν ισοδύναμα φιλοευρωπαϊστές και ευρωσκεπτικιστές πολιτικοί. Όλοι μαζί υπογραμμίζουν αυτή την υπερβολική – θετική ή αρνητική – εικόνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακόμα και όταν αναφέρονται στην σημαντικότερη αδυναμία της, την εξωτερική πολιτική. Της δίνουν μια θέση και μία δύναμη που δεν έχει πραγματικά, δηλαδή φαίνεται ότι ενώ θα μπορούσε να παρεμβαίνει, δεν επιβάλλει τελικά τις απόψεις και τη θέληση της. Στην πραγματικότητα η Ε.Ε. δεν έχει ούτε ενιαίες απόψεις αλλά ούτε και μια κοινή θέληση, της λείπει λοιπόν η ουσία το κέντρο γύρω από το οποίο θα λειτουργούσε ι μία μορφή πολιτικής οντότητας.
Αυτή η εντύπωση ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια νέα υπερδύναμη, υπογραμμίζεται ακόμα περισσότερο στον τομέα του περιβάλλοντος και στα κοινωνικά θέματα. Όλοι πιστεύουμε, ότι η ΕΕ θα παίξει καθοριστικό ρόλο σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο στο πεδίο της περιβαλλοντικής και της κοινωνικής πολιτικής. Αυτό είναι ο μεγαλύτερος μύθος. Οδηγίες, εξαγγελίες παρεμβάσεις και πολλά και διαφορετικά προγράμματα θολώνουν το τοπίο και κρύβουν την πραγματική αλήθεια ότι ο προϋπολογισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το περιβάλλον και τα κοινωνικά θέματα και δεν είναι παρά ένα ελάχιστο ποσοστό του προϋπολογισμού που αφιερώνεται στην Κοινή Αγροτική Πολιτική και του συνόλου του Κοινοτικού Προϋπολογισμού. Ειδικότερα στα θέματα της Κοινωνικής Πολιτικής και στην υποστήριξη των πιο αδύναμων ομάδων και ατόμων, η Ε.Ε. δεν έχει καμία αρμοδιότητα και καμία οργανωμένη πολιτική. Η κοινωνική πολιτική δεν είναι παρά ένα υποπροϊόν των προγραμμάτων που εφαρμόζει για την εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού και την αγορά εργασίας. Ο μύθος της παρουσίας της Ε.Ε. σε αυτούς και άλλους τομείς, κατασκευάζεται κυρίως από την μεγάλη αδυναμία και καθυστέρηση πολλών χωρών μελών στα θέματα της κοινωνικής αλληλεγγύης και περιβαλλοντικής προστασίας. Χωρίς τις παρεμβάσεις και οδηγίες της Ε..Ε, χώρες όπως η Ελλάδα θα βρισκόταν ακόμα πολλά χρόνια πίσω. Παρόλα αυτή η συμβολή αυτή δεν πρέπει να οδηγεί να μην βλέπουμε την πραγματική αδύναμη εικόνα της Ε.Ε., ειδικότερα τώρα που έρχεται η περίοδος την εκλογών της Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Χτούρης Σωτήρης, Καθηγητής Κοινωνιολογίας
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)